Πέμπτη, 29 Οκτωβρίου 2009

Mouchette


Από το Πανόραμα Ευρωπαϊκού Κινηματογράφου προβλήθηκε στο Ιντεάλ, η ασπρόμαυρη ταινία του Robert Bresson, “Mouchette”. Μια ταινία γυρισμένη το 1967, με όλα εκείνα τα στοιχεία του καλού Γαλλικού κινηματογράφου της εποχής εκείνης. Η υπόθεση δεν εκτυλίσσεται με την βοήθεια των διαλόγων. Αυτοί υπάρχουν μόνο επικουρικά στην φωτογραφία, πάνω στην οποία πέφτει ολόκληρο το βάρος της αφήγησης. Τα νυχτερινά πλάνα στο δάσος, με μόνο φωτισμό αυτόν της σελήνης και το λαμπύρισμα των ακτίνων της πάνω στα νοτισμένα από την βροχή φύλλα των δένδρων, δημιουργούν εικόνες μεγάλης αισθητικής απόλαυσης. Ο σκηνοθέτης πετυχαίνει από όλους τους ηθοποιούς να αποσπάσει άριστες «ερασιτεχνικές» ερμηνείες. Η οχλαγωγία στο καφενείο του χωριού και στα παιχνίδια του κυριακάτικου λούνα-παρκ, στις ρόδες και στα συγκρουόμενα, καλύπτουν κάθε ατομικότητα. Οι ήχοι δεν σχηματίζουν λέξεις. Τα χοντρά στραπατσαρισμένα ξυλοπάπουτσα της ηρωίδας, που καρφώνουν τον δρόμο, εναλλάξ με τους πένθιμους ήχους της καμπάνας της εκκλησίας, βγάζουν μια αβάσταχτη απελπισία. Τίποτα άλλο σε αυτήν την Γαλλική επαρχία δεν είναι «καθαρό», έξω από τον αέρα της.
Η Mouchette (Nadine Nortier), στην πρώτη εφηβεία της, έχει ανάγκη να ζήσει την ηλικία της. Να παίξει, να φλερτάρει, να μάθει την ζωή. Μεγαλώνει σε μια οικογένεια στο κατώτατο όριο της ανέχειας. Μια μάνα ετοιμοθάνατη, ένας πατέρας μεθύστακας και καταπιεστικός και ένα αδελφάκι βρέφος, που έχει την ανάγκη της. Είναι η πέρδικα που πιάνεται στο δόκανο, είναι ο λαγός που έχουν βάλει στην μέση οι κυνηγοί με τις καραμπίνες τους, είναι το κοινωνικό αγρίμι που βρίσκεται απέναντι από όλους. Όταν καταλαβαίνει, ότι αυτός είναι ο ρόλος που της έχουν ορίσει να παίξει, τον τραβά μέχρι το τέλος. Βλέποντας το αναπότρεπτο, έχοντας χάσει κάθε ελπίδα σωτηρίας, αφήνει τον Arsene (Jean-Claude Guilbert) να την βιάσει, μέσα στην απομονωμένη καλύβα, θύτης και θύμα σε ρόλους αντίστροφους. Μια ωριμότητα, που ξεπερνά ηλικιακά, χρονικά και γεωγραφικά δεδομένα. Σε πείσμα της υποκριτικής κοινωνίας, που ούτως ή άλλως δεν αποτελεί μέλος της, δηλώνει με παρρησία το άλλο πρωί, πως ο Arsene «Είναι ο εραστής μου» και αφήνει το σώμα της, να τσουλήσει σε ένα παιχνίδι θανάτου, από την όχθη του ποταμού μέσα στο νερό.
Η Mouchette πετάει λάσπες στον καθωσπρεπισμό, δεν θέλει ελεημοσύνες, κρατά για τον εαυτό της το σχολικό τραγουδάκι για την ελπίδα, καθώς το σιγοτραγουδάει κανακεύοντας τον επιληπτικό επίδοξο βιαστή της.

Τρίτη, 27 Οκτωβρίου 2009

The Lodger-Ο ενοικιαστής


Από το Πανόραμα Ευρωπαϊκού Κινηματογράφου προβλήθηκε στο Παλλάς η ταινία του Alfred Hitchcock, “The Lodger: A story of the London fog”, ένα από τα αριστουργήματα του βωβού κινηματογράφου.
Εδώ, τα πολλά λόγια είναι φτώχεια, όπως ακριβώς απαιτεί και η ίδια η ταινία. Μια λεπτομερής σκιαγράφηση της μαζικής ψυχολογίας. Τα συμπτώματα και οι παρενέργειες μιας φοβικής κοινωνίας. Ο φόβος είναι μεταδοτικός και οι υποψίες, η αντίδραση και η επιθετικότητα εκφράζονται απέναντι στον διαφορετικό, σε αυτόν που δεν ανήκει στην ομάδα. Πάνω στον καινούργιο νοικάρη πέφτουν τα καχύποπτα βλέμματα, καθώς μια σειρά φόνων διαπράττονται, με θύματα νεαρές όμορφες ξανθές κοπέλες. Κάθε του ενέργεια, έκφραση, συμπεριφορά περνούν από το μικροσκόπιο της φοβισμένης κοινωνικής ομάδας και ενοχοποιούνται. Η λύση για άλλη μια φορά είναι η άδολη αγάπη, αυτό το αρχέγονο ένστιχτο της διαιώνισης του είδους, που αποδεικνύεται ισχυρότερο κάποιες φορές από αυτό της επιβίωσης.
Κορυφαία σκηνή, από πλευράς κινηματογραφικής, η επίθεση του όχλου στο απροστάτευτο θύμα, με τον φακό να μετακινείται διαρκώς ανάμεσα σε ανθρώπους που τρέχουν.
Από την παράσταση, στα αρνητικά, η έλλειψη ελληνικών υπότιτλων για το μεγαλύτερο μέρος της ταινίας, χωρίς φυσικά να δημιουργεί και τρομερά προβλήματα.
Η πρωτότυπη μουσική του συνθέτη Νίκου Πλάτανου, παιγμένη από τον ίδιο στο πιάνο, τον Τηλέμαχο Μούσα στην ηλεκτρική κιθάρα, τον Νίκο Γιουσέφ στο μουσικό πριόνι και τον Χρήστο Λιάτσο στα κρουστά, απογείωσε το αποτέλεσμα. Η ζωντανή αυτή μουσική συνοδεία, απόλυτα συγχρονισμένη με την εικόνα, πρόσθεσε αμεσότητα και πλούτισε την ταινία, σαν μια ευφάνταστη σημερινή πινελιά.

Δευτέρα, 26 Οκτωβρίου 2009

Revolutionary Road-Ο δρόμος της επανάστασης



Είναι νέοι, είναι όμορφοι, έχουν όνειρα για το μέλλον, έχουν μεγάλη ιδέα για τον εαυτό τους, ο κοινωνικός περίγυρος υπερτονίζει αυτήν τους την ξεχωριστή θέση αλλά. . . Βλέπουν την ζωή σαν ένα παιχνίδι, που όσο πιο πολύ το παίζουν, τόσο πιο πολύ τους αρέσει. Βλέπουν την ζωή σαν ένα αγωνιστικό αυτοκίνητο πολλών κυβικών με καταπληκτικές προδιαγραφές. Θέλουν να το ταξιδέψουν, να το φτάσουν στα όρια του. Κάθονται πίσω από το τιμόνι, έτοιμοι να ξεκινήσουν. Μασράρουν, πατάνε το γκάζι μέχρι το τέρμα και όταν φτάνει η ώρα να λύσουν το χειρόφρενο, η μηχανή μπουκώνει. Λάδια, φλάντζες, καρμπυρατέρ παίρνουν φωτιά. Έκρηξη! Αν είχαν προλάβει να ξεκινήσουν, ίσως να το στουκάριζαν στην πρώτη κολώνα. Θα είχαν όμως ζήσει τα πρώτα χιλιόμετρα.
Ο Βρετανός σκηνοθέτης, Sam Mentes, μεταφέρει στην κινηματογραφική οθόνη το μυθιστόρημα του Richard Yates. Εξονυχιστική ανάλυση χαρακτήρων, ενδελεχής εμβάθυνση της μικροαστικής Αμερικής του 1950. Λεπτή ειρωνική καταγραφή των κοινωνικών συμβάσεων, αυτών που αποτελούν τον εθνικό κορμό, τον στυλοβάτη της προσωπικής και οικογενειακής ανέλιξης.
Ο Frank (Leonardo Di Caprio) και η April (Kate Winslet) έχουν ήδη αποκτήσει δυο παιδάκια. Η ευτυχία τους μοιάζει να είναι αδιατάρακτη και το μόνο μελανό σημείο αποτελεί αυτό το- όπως το βιώνουν- βύθισμα στην καθημερινότητα. Μια άρνηση να δουν την ζωή τους- και με το δίκιο τους- σαν μια διαδικαστικού χαρακτήρα κατασπατάληση των χρόνων τους. Η April φοβάται να κάνουν το «πήδημα». Ίσως μια γυναικεία προαίσθηση, ίσως ένας ενδόμυχος φόβος, πως από ένα σημείο και μετά δεν θα μπορεί να υπάρξει επιστροφή. Δεν είναι δύσκολο για τον Frank να την πείσει. Η Γαλλία, η «πολιτισμένη» Ευρώπη υπόσχεται να παίξει τον ρόλο του παράδεισου, για δυο ζωές που αρνούνται να αναλωθούν στην μετριότητα. Ένα σχέδιο που τους τρέφει και τρέφεται από αυτούς. Τους βοηθά να αισθανθούν καλύτερα και λειτουργεί, όσο δεν απαιτεί από αυτούς να κατεβάσουν το πόδι τους από την «στεριά», για να κάνουν το πρώτο τους το αποφασιστικό βήμα στο «νερό». Ότι για τους φίλους τους, τους συναδέλφους στην δουλειά φαίνεται τυχοδιωκτικό, γεμάτο ρίσκο, για τους ίδιους κάνει την διαφορά από τους υπόλοιπους. Μαζί τους μόνο ο γείτονας, τρόφιμος ψυχιατρείου, που σε μια φωτεινή έξαρση του, εκφράζει το στερεότυπο, που θέλει τον τρελό να βλέπει, όσα τα μάτια των λογικών απωθούν βαθιά στο υποσυνείδητο. «Πολλοί άνθρωποι καταλαβαίνουν το κενό» τους λέει «αλλά χρειάζεται θάρρος, για να δει κανείς την ματαιότητα». Είναι ο πρώτος που στρέφεται εναντίον, όταν ο Frank δειλιάζει. Η προαγωγή στην εργασία του, τα πιο πολλά λεφτά, το τρίτο παιδί που έχει στα σπλάχνα της η April είναι η φτηνές, πλην υπαρκτές δικαιολογίες.
Το ξημέρωμα της μέρας τους βρίσκει και τους δυο νικημένους. Η April τηγανίζει ομελέτα για πρωινό και ξεπροβοδίζει τον σύζυγο στην δουλειά του. Θα μπορούσε να τελειώσει εκεί η ταινία, όπως τελειώνουν οι ζωές τόσων και τόσων ανθρώπων. Το σενάριο θέλει να βάλει και την τελευταία πινελιά. Θέλει να δείξει το αμετάκλητο και φορτώνει το φινάλε με μια σκηνή περιττής αυτοκαταστροφικότητας. Αν έλειπε, θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για ένα αριστούργημα.

Τρίτη, 20 Οκτωβρίου 2009

Les invasions barbares-Η επέλαση των βαρβάρων



Ο Remy (Remy Girard) φαίνεται να είναι ένας από τους τελευταίους μοϊκανούς της γενιάς του. Με τον θάνατό του και λίγο πριν, ξεκινά η επέλαση των βαρβάρων, αρχίζουν δηλαδή να κερδίζουν έδαφος και να πιάνουν ρίζες στην κοινωνία, ο ατομισμός, ο νεοφιλελευθερισμός και το βρέφος, που κουβαλούν στα σπάργανά τους, ο αποτρόπαιος εθνικισμός. Η γενιά του, αυτή η γενιά που σημάδεψε κάτι λιγότερο από το δεύτερο μισό του 20ου αιώνα και που παρά τις αστοχίες και τα λάθη της, κατάφερε να θρέψει ιδανικά, να διαμορφώσει συνειδήσεις και να καθορίσει τρόπους ζωής, μπαίνει στο κινηματογραφικό στόχαστρο.
Ο Καναδός σκηνοθέτης Denyz Arcand χτίζει προσεκτικά τα κουτάκια του, βάζει τους πρωταγωνιστές να παίξουν ρόλους καθορισμένους, τέτοιους, που να μην ξεφεύγουν ούτε τρίχα από αυτό, που έχει στο μυαλό του ο θεατής, για να έρθει μετά και να γκρεμίσει, ότι με επιμέλεια έχτισε. Το ξεχασμένο σύνθημα «Το προσωπικό είναι και πολιτικό» έρχεται τώρα να το αποδομήσει, από την αντίθετη ακριβώς πλευρά. Όταν η ζωή χάνεται, όταν το έδαφος υποχωρεί κάτω από τα πόδια, αυτό που μένει τελικά είναι η αγάπη, η φιλία, η οικογένεια, αλλά και η πηγαία ζεστασιά, η ανοιχτοσύνη, που ενώνει τις ψυχές των ανθρώπων, ακόμα και έχουν ειδωθεί για πρώτη και μοναδική φορά.
Ο Sebastien (Stephane Rousseau), γιος του Remy, φαίνεται εκ πρώτης όψεως πως δεν έχει κληρονομήσει τίποτα από τον λάγνο, «διανοούμενο» πατέρα του. Ένας χωρίς συναισθηματισμούς γιάπις, που ελίσσεται μέσα στους χώρους του νοσοκομείου και της πιάτσας, λαδώνει υψηλά και χαμηλά ιστάμενους, στελέχη, εργατοπατέρες, προσωπικό, μόνο και μόνο για να κάνει τις τελευταίες μέρες του υποφερτές, καθώς ο καρκίνος τελευταίου σταδίου από τον οποίο πάσχει ο πατέρας του, δεν αφήνει περιθώρια αισιοδοξίας. Φέρνει στο προσκεφάλι του παλιούς φίλους και ερωμένες του, αγοράζει με την βοήθεια της παλιάς του φίλης Natalie (Marie Josse Croze), που είναι ηρωινομανής, τις δόσεις που χρειάζεται, για να καλμάρει τους αφόρητους πόνους του, συγκεντρώνει δίπλα του αυτόν ακριβώς τον κόσμο, που θα τον κάνει να αισθανθεί, όσο πιο ζωντανός γίνεται. Κάθε παλιά φιλία, κάθε παλιά ερωτική σχέση, μια προβολή στο παρόν, ενός παρελθόντος αμακιγιάριστου, μια βουτιά σε εποχές μακρινές, που ο ιδεαλισμός και η έμπνευση, ο αγώνας και η γιορτή των σωμάτων ήταν το αλάτι της ζωής. Οι κουβέντες στον νοσοκομειακό θάλαμο και αργότερα στο σπιτάκι δίπλα στην λίμνη ανασύρουν μέσα από τις κοινές μνήμες την πολιτική γεωγραφία της νιότης τους. Ότι ακριβώς χρειάζεται ο ετοιμοθάνατος Remy, αλλά και ότι μέσα του αποζητά περισσότερο ο «καπιταλιστής» γιος. Ένα μίτο που θα τον βοηθήσει, να τυλίξει ξανά το κουβάρι της δικής του ζωής. Που θα του επιτρέψει να δει με άλλο μάτι τα παιδικά του χρόνια και την ζωή της μητέρας του πίσω από τον κύκλο των πολλών ερωμένων. Μα πιο πολύ ένα πολιτικό εργαλείο για σύγχρονα ανοιχτά μυαλά, ικανό να ερμηνεύσει την σημερινή κατάσταση, όχι με όρους στενά οικονομικούς, αλλά με άξονα κυρίως ανθρωποκεντρικό.

Δευτέρα, 12 Οκτωβρίου 2009

Σφραγισμένα χείλη-The Reader


Πριν δω την ταινία, έφθαναν στα αυτιά μου κριτικές, για υπερβολικό «γυμνό», για σκηνές ερωτικές, ανάμεσα στην, τόσο ώριμη όσο ακριβώς χρειάζεται, Kate Winslet και στον έφηβο, πρωτάρη εραστή της. Δεν είναι καθόλου έτσι τα πράγματα. Πρόκειται, για μια ιστορία, που εκτυλίσσεται ανάμεσα στο 1958 και στο 1995, με ζυγισμένη αφήγηση, εκπληκτική ροή, που δεν θίγεται καθόλου από τα συνεχή flashback, αξιοπρεπή σκηνοθετική ματιά, ιδιαίτερα στα δεύτερα πλάνα και στο ζωντάνεμα της εικόνας της μεταπολεμικής Γερμανίας και βέβαια τεράστιες ερμηνείες, από το πρωταγωνιστικό. . . τρίδυμο, μιας και εκτός από την Winslet, οι David Kross και Ralph Fiennes παίζουν το ίδιο πρόσωπο, σε διαφορετικές ηλικιακές στιγμές.
Ο Stephen Daldry σκηνοθετεί το βιβλίο του Bernhard Schlink και μας μεταφέρει στο Βερολίνο του 1958, όπου επί ένα καλοκαίρι, ο 15χρονος Michael «ανδρώνεται» στην αγκαλιά της, περίπου 30αρας, Hanna. Μια αρμονική χημεία παλλόμενων σωμάτων και μια διάχυτη εντύπωση μυστικών, να πλανιέται στην ατμόσφαιρα. Έρωτας με αντάλλαγμα ανάγνωση λογοτεχνικών κειμένων, χωρίς άλλες επεξηγήσεις, ούτε ανάμεσα στους πρωταγωνιστές, ούτε από την πλευρά του σκηνοθέτη προς τους θεατές.
Μερικά χρόνια αργότερα ο Michael, φοιτητής πια της Νομικής, παρακολουθεί την καταδίκη της πρώην ερωτικής του συντρόφου σε ισόβια, ως μέλος των SS και δεσμοφύλακα στο Άουσβιτς, που έγινε η αιτία να χάσουν την ζωή τους 300 άνθρωποι, λίγο πριν το τέλος του πολέμου. Ενώ έχει όλα τα στοιχεία που χρειάζονται για τον μετριασμό της ποινής της, κρατά σφιχτά μέσα του το ανομολόγητο μυστικό της, το στίγμα του αναλφαβητισμού της, που θα αποδείκνυε την μη συμμετοχή της σε αυτό το άγριο έγκλημα. Κουβαλά σε όλη την ζωή του το βάρος της αδράνειάς του. Σημαδεμένος από το πέρασμά της στην ζωή του, αδυνατεί να φτιάξει κάποια άλλη ερωτική σχέση και αρκείται, στο να μαγνητοφωνεί κασέτες, όπου διαβάζει βιβλία, που τα αποστέλλει στην φυλακή. Η Hanna μαθαίνει να γράφει και να διαβάζει και ταυτόχρονα μαθαίνει να συγχωράει όλους τους άλλους, εκτός από τον ίδιο της το εαυτό, ίσως αυτόν, που μόνος τελικά πλήρωσε, για τα λάθη του παρελθόντος.
Τι ήταν τελικά η ανάγνωση της λογοτεχνίας; Ήταν ένα ερωτικό φετίχ, μια πρωτότυπη σεξουαλική διαστροφή; Ποια διαλυμένη, μέσα στα ερείπια της υλικά και ανθρώπινα, χώρα, βλέπει τον πόθο να φουντώνει στα σώματα, σαν ένα πείσμα ότι η ζωή συνεχίζεται. Για ποιον αποδίδεται, τελικά, η δικαιοσύνη; Για να αποκατασταθεί το ίδιο το θύμα; Για να νοιώσει η ίδια η κοινωνία, ότι ξεπλένεται από τα συλλογικά ανομήματα, φορτώνοντας τα πάνω σε ένα αποδιοπομπαίο τράγο; Ή τελικά για τον θεσμό της δικαιοσύνης, αυτό κάθε αυτό και για την εξύψωση του λειτουργήματος; Τι ρόλο παίζει η αγραμματοσύνη, η απλοϊκή σκέψη, στην δημιουργία φανατικού στρατού στα πλαίσια ολοκληρωτικών καθεστώτων; Φταίει το ίδιο το άτομο; Φταίνε οι συνθήκες; Γιατί τελικά δεν γίνονται όλοι δολοφόνοι; «Τι θα κάνατε εσείς στην θέση μου;» ρωτάει η Hanna τον πρόεδρο του δικαστηρίου, καθώς αρνείται να αποκαλύψει τον ανύπαρκτο γραφικό της χαρακτήρα που θα την αθώωνε.
Η ταινία προσπαθεί, να τα πει όλα. Πάνω σε ένα τεντωμένο σκοινί οι πρωταγωνιστές κουβαλούν στους ώμους τους τις συλλογικές και τις ατομικές ευθύνες και προσπαθούν, να τις περάσουν απέναντι. Το αποτέλεσμα αξίζει τον κόπο.

Τετάρτη, 7 Οκτωβρίου 2009

Seven Pounds



Η ταινία ξεκινά με την αναγγελία μιας αναμενόμενης αυτοκτονίας. Ο ίδιος ο υποψήφιος αυτόχειρας, ο Ben Thomas (Will Smith), καλεί το ασθενοφόρο, για να τον παραλάβει. Αυτό το φαινομενικά παράλογο γεγονός θα περιμένει μέχρι το τέλος, για να διευκρινιστεί. Μέχρι τότε παρακολουθούμε μια στιβαρή ταινία, με εξαιρετικό ρυθμό και καταπληκτικές ερμηνείες από σχεδόν όλους τους ηθοποιούς της. Ο θεατής καλείται καθ’ όλη τη διάρκεια, να αποκρυπτογραφήσει τα κίνητρα του πρωταγωνιστή. Καλείται, να εντάξει την συμπεριφορά του σε κάποια κοινά αποδεκτά ανθρώπινα πρότυπα, χρησιμοποιώντας ψήγματα διαλόγων και κινήσεων των σωμάτων των ηθοποιών, που με μαεστρία, ο σκηνοθέτης Gabriele Muccino, αφήνει να του «ξεφύγουν» από την αντίληψή του.
Ο, υποτίθεται, εφοριακός Ben Thomas, με το δικαίωμα που του δίνει η υπηρεσία του, πλησιάζει επτά διαφορετικούς ανθρώπους. Μόνο, που ο κρατικός αυτός εισπράκτορας δεν ενδιαφέρεται για τον φυσικό πλούτο των «θυμάτων» του. Ψάχνει κάτι διαφορετικό και η επιστροφή φόρου, που ετοιμάζεται να δώσει πίσω, αφορά την ίδια την ζωή των φορολογουμένων, μιας και κατά μια περίεργη σύμπτωση όλοι πάσχουν από σοβαρές ασθένειες.
Φορτωμένος με τραγικές ενοχές ο Ben Thomas παίζει τον ρόλο ενός μικρού Θεού. Αποφασισμένος να δωρίσει τα όργανα του σώματός του, για να σώσει κάποιους συνανθρώπους του ή να βελτιώσει την ποιότητα της ζωής τους, στέκεται ανάμεσα στην μοίρα και στην ελεύθερη βούληση του ανθρώπου.
Ο σκηνοθέτης δεν παίρνει καμιά θέση απέναντι στην ηθικά ανεπίτρεπτη παράκαμψη της λίστας αναμονής για την δωρεά οργάνων. Το μόνο που θέλει, είναι να φτιάξει μια ταινία τρυφερή, με πρωταγωνιστή μια εσωτερική δικαιοσύνη, που πηγάζει από το μεγαλείο της ανθρώπινης ψυχής. Σε αυτό βοηθά και η ελαφρά μελό ερωτική σχέση, που αναπτύσσεται ανάμεσα στον Ben και στην, τελευταίου σταδίου καρδιοπαθή, Emily, που ερμηνεύει η εξαιρετική Rosario Dawson.

Τρίτη, 6 Οκτωβρίου 2009

L' age des tenebres-Τα χρόνια της μαυρίλας


Η ταινία L’ age des tenebres, του σκηνοθέτη Denyz Arcand, είναι η επιτομή, του πως μπορεί κανείς να πει στα αστεία, τα πιο σοβαρά πράγματα. Ο πρωταγωνιστής, ο άνθρωπος της διπλανής πόρτας, βιώνει στο πετσί του, όχι μόνο την παράνοια του σύγχρονου δυτικού τρόπου ζωής, στα μεγάλα αστικά κέντρα, αλλά και την εξεζητημένη, ανεπαρκή, στα όρια του σουρεαλισμού προσπάθεια της πολιτείας, να βελτιώσει την ποιότητα της ζωής του. Επιλέγει στο τέλος τον δρόμο της προσωπικής διαφυγής, σκηνοθετώντας την ίδια του την φαντασία, που τον μεταφέρει σε ένα κόσμο ονειρικό, στον οποίο γίνεται ανάλογα με την περίσταση, επιτυχημένος πολιτικός, συγγραφέας, ηθοποιός, τραγουδιστής κ.λ.π. αλλά πάνω από όλα και επαναλαμβανόμενα, μεγάλος εραστής.
Ο Jean Marc Leblanc, στο σπίτι του, περνά απαρατήρητος. Η εργασιομανής γυναίκα του και οι δυο, στην εφηβεία, κόρες του δεν έχουν μαζί του την παραμικρή επαφή. Ο φούρνος μικροκυμάτων, το σήμα κατατεθέν της σύγχρονης διατροφικής ξεπέτας, στο σπιτικό αυτό έχει συνέχεια την τιμητική του. Σε μια πόλη που κουράζει ψυχολογικά τους πολίτες της και είναι επιρρεπής σε μαζικές μικροβιακές επιδημίες, χρειάζεται δυο ώρες για να πάει το πρωί στην δουλειά του. Μια κρατική υπηρεσία, επιφορτισμένη να επιλύει προβλήματα ανθρώπων, αλλά που ουσιαστικά υπάρχει μόνο, για να τους «δουλεύει». Η επιμόρφωση των εργαζομένων, η απαγόρευση του καπνίσματος, η καταδίκη κάθε ρατσιστικής συμπεριφοράς στοιχεία συνοχής και προόδου κάθε ευνομούμενης πολιτείας, χάρις την επιφανειακή τους προσέγγιση και στην στρεβλή εφαρμογή τους, μετατρέπονται από political correct στρατηγικές, σε απωθητικές πρακτικές τέτοιας αισθητικής, όσο οι αποστειρωμένοι δοκιμαστικοί σωλήνες σε σχέση με ένα όμορφο κρυστάλλινο βάζο.
Οι καταστάσεις, οι στιγμές της καθημερινότητας είναι η μαγιά, που θα φουσκώσει την φαντασία του Jean Marc. Κάθε πρόσωπο που του την σπάει, από την ανοργασμική γυναίκα του, ως την σκύλα προϊσταμένη του και τον οδηγό του διπλανού αυτοκινήτου στο μποτιλιάρισμα, συμμετέχει στην παράλληλη πραγματικότητά του. Σε αυτή την πραγματικότητα, που μέσα στο γενικό ξεσάλωμα της ο ονειροπόλος ήρωας λυτρώνεται από τα δεσμά της δυστυχίας του. Και που φυσικά απολαμβάνει το στιγμιαίο, αχόρταγο και πέρα από κοινωνικές συμβάσεις, σεξ.
Η εναλλαγή της εικόνας από το πραγματικό στο φανταστικό γίνεται με τρομερά μαγικό κινηματογραφικό τρόπο. Το πρόσωπο και το σώμα γενικά του πρωταγωνιστή βρίσκονται ταυτόχρονα με το μυαλό του και στις δυο καταστάσεις. Επιδιώκει και προκαλεί αυτό που του προσφέρει ευχαρίστηση, με αποτέλεσμα να βρίσκεται εξαρτημένος από την ίδια του την φαντασία. Χρειάζεται; Υπάρχει τρόπος να γυρίσει πίσω; Ναι, από την στιγμή που οι ίδιες του οι φαντασιώσεις αρχίζουν να έχουν απαιτήσεις από αυτόν και από την στιγμή, που συνειδητοποιεί το μάταιο της αυτοϊκανοποίησης του. Το πάγωμα της προσλαμβάνουσας εικόνας και η μετατροπή της δυναμικής αλληλουχίας των καταστάσεων, σε μια ζωγραφική νεκρή φύση, είναι η θεραπεία για την «ασθένεια» του.